Ταρώ και Χαρτομαντεία: Ενόραση ή Απάτη;

H μαντική τέχνη δεν αποτελεί καινούρια «εφεύρεση». Στην πράξη, σε όλες τις εποχές και μέρη του κόσμου, οι άνθρωποι έχουν επιχειρήσει κατά καιρούς να αποκτήσουν πρόσβαση σε γνώσεις ή διαστάσεις κρυμμένες ή αόρατες. Για να το επιτύχουν αυτό, μελετούν και ερμηνεύουν είτε τα φυσικά φαινόμενα (oblavita), όπως για παράδειγμα την επίδραση της κίνησης των πλανητών διά μέσου της αστρολογίας, είτε χρησιμοποιώντας άλλα μέσα «ψυχομετρίας», όπως είναι η χειρομαντεία, η νεκρομαντεία, η νουμερολογία, αλλά και η χαρτομαντεία (impetrativa) (Schluep, 2009).

Παράγοντες όπως το φύλο, το κοινωνικό επίπεδο, ο πνευματικός προσανατολισμός, το συναισθηματικό υπόβαθρο, αλλά και η «ανάγκη ελέγχου» της ζωής, της πραγματικότητας, ακόμα και της ίδιας της τύχης, φαίνεται πως σχετίζονται άμεσα με την προσφυγή σε αντίστοιχες πρακτικές, καθώς και σε θεωρούμενους «ειδικούς» μελλοντολόγους (Schluep, 2009).

Στο πλαίσιο αυτό, δύο βασικά ερωτήματα πρόκειται να μας απασχολήσουν: Ποια είναι η παραψυχολογική αξία της μαντικής, εφόσον υπάρχει, και ποια η ψυχολογική; Ως εκ τούτου, στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε στην «πραγματική» και «συμβολική» λειτουργία της χαρτομαντείας, και δη της χρήσης των καρτών ταρώ (tarot), σε ένα δυαδικό πλαίσιο «πελάτη – επαγγελματία μελλοντολόγου».

Αναφορικά με την ερμηνεία και τον συμβολισμό των καρτών, φαίνεται πως, παρά την πληθώρα ερμηνευτικών εγχειριδίων, (1) οι κάρτες ποτέ δεν μπορούν να εξηγηθούν πλήρως, (2) η ερμηνεία τους ποικίλει ανάλογα με το άτομο και την περίσταση, ενώ, τέλος, (3) η ίδια κάρτα μπορεί να ενέχει πολλά διαφορετικά νοήματα (Hofer, 2004). Τέλος, ο τρόπος ανάγνωσης και τοποθέτησης των χαρτιών ποικίλει, με τον «Κέλτικο Σταυρό» να αποτελεί μία από τις συνηθέστερες μεθόδους διάταξης (Ivtzan).

Το… προφίλ των «πιστών»

Προχωρώντας, οφείλουμε να ασχοληθούμε με το «κοινό» που τείνει να ελκύεται από τη -φερόμενη ως μαντική – χρήση των tarot. Στην πράξη, σωρεία ερευνών έχει καταδείξει πως οι μεγαλύτεροι οπαδοί της μαντείας, γενικότερα, αλλά και των μελλοντολόγων, ειδικότερα, είναι οι γυναίκες, άτομα ανύπαντρα ή χωρισμένα, οι οπαδοί της παραψυχολογίας, άτομα που έλκονται από τις διάφορες εκφάνσεις της πνευματικότητας, άτομα ιδιαιτέρως προληπτικά, καθώς και άτομα που παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και ανάγκης «ελέγχου» (Schluep, 2009).

Στο πλαίσιο αυτό, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως πολλοί άνθρωποι, περισσότερο «ανοιχτοί» στο παράδοξο, ενδέχεται σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής τους να επισκεφθούν κάποιον ειδικό, με σκοπό να τους προσφερθεί μια «πρόβλεψη» του μέλλοντος ή μια εις βάθος κατανόηση του παρελθόντος και του παρόντος (Schluep, 2009). Πώς θα μπορούσε όμως να είναι εφικτό κάτι τέτοιο; Πρόκειται για μια πραγματική παραψυχολογική ικανότητα ή διαδικασία ή για μια καθαρά ψυχολογική διεργασία αγχόλυσης; Μπορεί, πράγματι, ένας μελλοντολόγος να αποκτήσει πρόσβαση σε άγνωστες για τον ίδιο πληροφορίες ή πρόκειται απλά για μια καλοστημένη επιχείρηση απάτης; Δυο διαφορετικές προσεγγίσεις καλούνται να απαντήσουν στα παραπάνω:

Η Παραψυχολογική Ερμηνεία

Σύμφωνα με την πρώτη προσέγγιση, οι κάρτες tarot δύνανται να αποκαλύψουν διάφορες ευκαιρίες, εμπόδια, τάσεις ή κίνητρα- συνειδητά και ασυνείδητα- αναφορικά με τη ζωή του ενδιαφερομένου (Ivtzan). Στο πλαίσιο αυτό, μιλώντας πάντοτε για την περίπτωση μιας δυαδικής σχέσης πελάτη – μελλοντολόγου, η ακρίβεια και επιτυχία μιας πρόβλεψης μπορεί να αποδοθεί σε δύο (τουλάχιστον) παράγοντες: Είτε στην εξω-αισθητηριακή αντίληψη του μελλοντολόγου, είτε στην τηλεκινητική επίδραση του ενδιαφερομένου (Ivtzan).

Στην πρώτη περίπτωση, ο μελλοντολόγος φέρεται ως ικανός να «διαβάσει το μυαλό» του πελάτη, με αποτέλεσμα να προβεί σε μια πειστική ερμηνεία των καρτών, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ο πελάτης φέρεται ως ικανός να επηρεάσει τηλεκινητικά είτε την επιλογή των καρτών καθαυτών, είτε την επακόλουθη ερμηνεία τους από τον μελλοντολόγο. Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να διευκρινήσουμε πως η νοητική αλληλεπίδραση, γενικώς, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως τηλεπάθεια, όμως στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται απλά για μια ανταλλαγή πληροφοριών, αλλά για την υπόθεση περί τηλεκινητικής επιβολής επί των σκέψεων του άλλου ατόμου. Τέλος, οι δύο αυτές διαδικασίες μπορεί ακόμα και να αλληλοδιαπλέκονται, με τον πελάτη και τον μελλοντολόγο να αξιοποιούν στο έπακρο τις παραψυχολογικές τους ικανότητες!

Παρακάτω θα αναφερθούμε σε κάποια από τα ελάχιστα δημοσιευμένα παραψυχολογικά πειράματα που υλοποιήθηκαν, αποσκοπώντας στον έλεγχο των παραπάνω θεωριών.

Το 1983, σε μια σειρά τριών πειραμάτων, η παραψυχολόγος και σπεπτικίστρια Susan Blackmore, προσπάθησε να ελέγξει την εγκυρότητα των καρτών tarot ως ικανού μέσου «απεικόνισης» του παρελθόντος, του παρόντος αλλά και της προσωπικότητας ενός ατόμου, ζητώντας από τα εκάστοτε υποκείμενα να βαθμολογήσουν, καταρχήν, την αξιοπιστία μιας «πραγματικής» πρόβλεψης ενός μελλοντολόγου (Face- to- face). Επειτα, σε μια δεύτερη, αλλά απρόσωπη αυτή τη φορά, μαντική συνθήκη, να προσπαθήσουν να βρουν ποια από τις ανώνυμες προβλέψεις ενός σωρού ήταν η δική τους (Test reading). Τελικώς, τα αποτελέσματα των τριών πειραμάτων υπήρξαν αντιφατικά, καταδεικνύοντας όμως την υπεροχή της ζωντανής αλληλεπίδρασης μελλοντολόγου-πελάτη, έναντι των «απρόσωπων» προβλέψεων.



Σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, το 1991, οι ερευνητές McCusker και Sutherland προσπάθησαν να ελέγξουν την υπόθεση πως η «τυχαία» επιλογή ορισμένων από τις κάρτες tarot ίσως να μην είναι τελικώς τόσο «τυχαία». Πιο συγκεκριμένα, επί ένα χρόνο και σε καθημερινή βάση, τα πειραματικά υποκείμενα καλούνταν να διαλογιστούν για 20 λεπτά, και ύστερα να επιλέξουν στην τύχη τρεις κάρτες από τον αναποδογυρισμένο σωρό (face down). Τελικώς, τα αποτελέσματα υπέδειξαν μια σαφή απόκλιση από τον μέσο δείκτη τυχαιότητας, υπονοώντας, ίσως, την επίδραση κάποιας μορφής ψυχοκίνησης ή υπερ-αισθητικής αντίληψης. Με λίγα λόγια, τα ίδια άτομα έτειναν να επιλέγουν (διαισθητικά, ή τηλεκινητικά) τις ίδιες κάρτες για μεγάλο διάστημα, πέραν του τυχαίου. Από την άλλη πλευρά, η Blackmore κατακρίνει αυτή την ερμηνεία, αξιολογώντας την όλη διαδικασία ως προβληματική. Στην πραγματικότητα, οι κάρτες φθείρονται με το πέρασμα του χρόνου- ιδίως οι περισσότερο χρησιμοποιημένες- με αποτέλεσμα, πιθανώς, συνειδητά ή ασυνείδητα, τα υποκείμενα να τις επιλέγουν συχνότερα από τις υπόλοιπες.



Τέλος, το 1996, ο Roe θέλησε να ελέγξει την πιθανότητα ο πελάτης να επηρεάζει με κάποιον τηλεκινητικό τρόπο τον νου του μελλοντολόγου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αναφέρεται με ακρίβεια στα φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν τον πρώτο. Για να εξετάσει αυτήν την πιθανότητα, δημιούργησε μια ευφυή πειραματική συνθήκη. Πιο συγκεκριμένα, τα υποκείμενα κάθονταν μπροστά από έναν υπολογιστή και λάμβαναν μία ατομική πρόβλεψη, πιστεύοντας πως επρόκειτο για έργο κάποιου πραγματικού μελλοντολόγου. Στην πραγματικότητα, κάθε πρόβλεψη περιείχε 40 παραμέτρους/κατηγορίες, 20 από τις οποίες είχαν προ-επιλεγεί με βάση έναν πίνακα τυχαίων αριθμών, ενώ οι υπόλοιπες ήταν «live»∙ επιλέγονταν, δηλαδή, εκείνη τη στιγμή από έναν γεννήτορα τυχαίων αριθμών. Τέλος, τα υποκείμενα καλούνταν να αξιολογήσουν την εγκυρότητα κάθε κατηγορίας. Στην πραγματικότητα, η σκέψη πίσω από τον συγκεκριμένο σχεδιασμό ήταν η εξής:



«Ο γεννήτορας τυχαίων αριθμών δρα ως υποκατάστατο του νου του μελλοντολόγου. Οπως ένας έμπειρος μελλοντολόγος έχει κατά νου μια σειρά από πιθανά ζητήματα που ενδέχεται να αναδυθούν σε μια συνεδρία, κατά την ίδια έννοια ο γεννήτορας διαθέτει μια λίστα από κατηγορίες. Αν ο νους του πελάτη επηρεάζει όντως τον νου του μελλοντολόγου με αποτέλεσμα να αναδυθούν οι πιο ακριβείς κατηγορίες συζήτησης/πρόβλεψης, τότε το ίδιο αναμένεται να γίνει και με τον γεννήτορα. Με βάση τα παραπάνω, αναμένουμε τα υποκείμενα να αξιολογήσουν ως πιο έγκυρες τις προβλέψεις του γεννήτορα από αυτές της προεπιλεγμένης λίστας».

Στην πραγματικότητα έτσι και έγινε, εντούτοις η στατιστική διαφορά δεν ήταν επαρκής για να εδραιωθεί η υπόθεση περί τηλεκίνησης (Ivtzan).

Καταλήγοντας, τα σχετικά και περιορισμένα ευρήματα του τομέα, ερμηνεύονται συνήθως ως μάλλον μη ικανά να εδραιώσουν την παραψυχολογική ερμηνεία των tarot. Από την άλλη πλευρά, τα πειράματα αυτά δεν φαίνεται να έχουν αξιολογήσει επαρκώς καθαυτές τις «μελλοντολογικές» ικανότητες των μελλοντολόγων, ούτε τη δυναμική της αλληλεπίδρασης πελάτη – «ειδικού», ούτε την περίπτωση λειτουργίας μιας διαφορετικής παραψυχολογικής διεργασίας που δεν περιορίζεται στα γνωστά φαινόμενα της τηλεκίνησης ή της εξω-αισθητηριακής αντίληψης, όπως, για παράδειγμα, της συγχρονικότητας.

Με αυτό το σκεπτικό, η ταύτιση μιας εσώτερης ερώτησης του πελάτη με την σχετική επιλογή χαρτιών ή την ακρίβεια μιας πρόβλεψης, πιθανώς να ανάγεται στη λειτουργία μιας μη αιτιατής συχγρονιστικής διαδικασίας∙ μιας σύμπτωσης, δηλαδή, που βρίθει νοήματος (Reese, 2010). Δυστυχώς δεν υπάρχουν επαρκή σχετικά δεδομένα, πέρα από διάφορες ανεκδοτολογικές μελέτες. Κατά συνέπεια, απουσία εναλλακτικής ερμηνείας, οι επιστήμονες τείνουν να αξιολογούν οποιονδήποτε ισχυρισμό περί ορθής μαντικής πρόβλεψης ως «σαθρό» και βασισμένο σε ορισμένες καλά μελετημένες ψυχολογικές διεργασίες όπως είναι η «Ψυχρή Ανάγνωση» ή αλλιώς «Cold reading».

Η Ψυχολογική Ερμηνεία

(1) Ψυχρή Ανάγνωση

Η «Ψυχρή ανάγνωση» περιγράφει μια σειρά από τεχνικές στις οποίες καταφεύγει ένας θεωρούμενος ψευδο-μελλοντολόγος προκειμένου να πείσει έναν παντελώς άγνωστο στον ίδιο, πελάτη, ότι διαθέτει μεταφυσικά χαρίσματα (Ivtzan∙ Roe, 1996). Στην πράξη, η μέθοδος αυτή στηρίζεται στην οξυδερκή παρατήρηση της λεκτικής και εξωλεκτικής συμπεριφοράς του πελάτη, καθώς και την εφαρμογή ορισμένων υπο-τεχνικών, με στόχο τον εντυπωσιασμό αλλά και το «ψάρεμα» πληροφοριών εν αγνοία του ενδιαφερομένου. Στο πλαίσιο αυτό, μια πολύ καλά μελετημένη τεχνική είναι το «φαινόμενο Barnum».

(2) Φαινόμενο Barnum

Ως «φαινόμενο Barnum», είναι γνωστή η ανθρώπινη τάση εξειδίκευσης αορίστων δηλώσεων, οι οποίες τείνουν να αφορούν τους πάντες κάτω από τις περισσότερες συνθήκες (Roe, 1996). Απλούστερα, αντίστοιχες δηλώσεις εκφράζουν πολύ γενικά χαρακτηριστικά τα οποία, εντούτοις, οι άνθρωποι τείνουν να εξατομικεύουν με αποτέλεσμα να «μεγαλοποιούν» τη σημασία της δήλωσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα: «Κατά καιρούς αμφιβάλλεις για την ορθότητα των αποφάσεών σου», ή «Κατά καιρούς νιώθω ότι είσαι εξωστρεφής και κοινωνικός, όμως μερικές φορές κλείνεσαι πολύ στον εαυτό σου», ή ακόμα και «Νιώθω πως έχεις ένα μεγάλο και αναξιοποίητο δυναμικό» (αυθεντικές δηλώσεις του Forer, όπως αναφέρονται στον Roe, 1996). Μια άλλη συνήθης τεχνική συνίσταται στην αναφορά σε πολύ συγκεκριμένα αλλά ασήμαντα στοιχεία (σ.σ. specific trivia) (Roe, 1996), όπως: «Ενας φίλος σου αρχίζει από «Μ»», ή «Ενα στενό οικογενειακό πρόσωπο περνάει μια δύσκολη φάση» κ.α.

(3) «Σκηνική παρουσία»

Επιπρόσθετα, ο τρόπος με τον οποία παρουσιάζεται στο «κοινό» του ο μελλοντολόγος, φαίνεται πως ασκεί μια ισχυρή επίδραση στην υποκειμενικά προσλαμβανόμενη αξιοπιστία μιας πρόβλεψης. Για παράδειγμα ένας περιποιημένος, πρόσχαρος και καλοντυμένος «ειδήμων», φαίνεται πως μπορεί να κινητοποιήσει το φαινόμενο αυτό που είναι γνωστό ως «Halo-effect»∙ να οδηγήσει, δηλαδή, τους πελάτες του σε μια ασυνείδητη επαγωγή, αποδίδοντάς του τελικώς και άλλες αρετές όπως εκείνες της σοβαρότητας, της τιμιότητας και της αξιοπίστίας (Roe, 1996).

(4) Πελάτης

Συνεχίζοντας, μια άλλη ενδιαφέρουσα πηγή πληροφοριών για τον μελλοντολόγο φαίνεται πως αποτελεί ο ίδιος ο πελάτης∙ το ντύσιμο, το παρουσιαστικό, ακόμα και η ηλικία του, είναι παράγοντες οι οποίοι φαίνεται να κατευθύνουν σε μεγάλο βαθμό τα λεγόμενα και τις προβλέψεις του. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τις οδηγίες ενός πεπειραμένου ειδικού, μέχρι την ηλικία των 25 οι βασικοί προβληματισμοί ενός πελάτη περιστρέφονται γύρω από τις σχέσεις. Περί τα μέσα των 30, οι σχετικοί προβληματισμοί αφορούν στην εργασία, τα χρήματα και την οικογένεια, ενώ για την επόμενη δεκαετία η προσοχή εστιάζεται περισσότερο στην καριέρα, στα παιδιά και στην υγεία των παππούδων. Τέλος, από τα 45 και άνω οι πελάτες αναμένονται να ανησυχούν κυρίως για ζητήματα υγείας, γάμου- διαζυγίου κ.α. (Roe, 1996).

Κατά την ίδια έννοια, ένας πεπειραμένος μελλοντολόγος με οξυδερκή παρατηρητικότητα είναι ικανός να προβεί σε εντυπωσιακές «προβλέψεις», απλώς και μόνο «σκανάροντας» τον πελάτη του. Για παράδειγμα, ο Martin (1990, όπως αναφέρεται στο Roe, 1996), σημειώνει πως:

Οι άντρες- κυρίως- που φορούν το ρολόι στα δεξιά, είναι συνήθως αριστερόχειρες, κατά συνέπεια αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εξής: «Οταν ήσουν μικρός, σε καταπίεζαν να αλλάξεις τις συνήθειές σου, όμως εσύ επέλεξες να μην το κάνεις!».
Οι ψηλές γυναίκες τείνουν να σιχαίνονται τα πόδια τους.
Οι καταθλιπτικές γυναίκες, και όσες αναστενάζουν συχνά, τείνουν να δέχονται με ευκολία προβλέψεις του τύπου «Εχεις περάσει πολύ δύσκολη ζωή» κ.α.

Στο πλαίσιο αυτό, και αφού έχει επέλθει ένας αρχικός «εντυπωσιασμός», έρευνες καταδεικνύουν πως έκτοτε οι πελάτες τείνουν να συγκρατούν μόνο όσα στοιχεία ταιριάζουν με το προφίλ τους, αγνοώντας τις υπόλοιπες- λανθασμένες- προβλέψεις! (Roe, 1996).



Επιλογικά

Καταλήγοντας, πολλοί μελετητές συμφωνούν πως αντίστοιχες μαντικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της «ανάγνωσης» των tarot, δεν μοιάζουν να παρέχουν τίποτε καινούριο ή αξιοσημείωτο στον πελάτη, εντούτοις φαίνεται να δρουν- μερικώς τουλάχιστον- ψυχοθεραπευτικά και αγχολυτικά (Roe, 1996). Επιπρόσθετα, η ίδια η αυτο-αποκάλυψη του πελάτη, σε συνδυασμό με την ενσυναισθητική ακρόαση και συμβουλευτική του μελλοντολόγου μπορούν –δυνάμει- να ενισχύσουν τη λήψη αποφάσεων, να τονώσουν το επίπεδο αισιοδοξίας και να ενισχύσουν τη ψυχολογία του πρώτου (Schluep, 2009). Από την άλλη πλευρά, άτομα με σοβαρή ψυχοπαθολογία, όπως είναι ο παρανοειδής ιδεασμός, δύνανται να επηρεαστούν ιδιαιτέρως αρνητικά, συνεπώς η όλη διαδικασία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται «ελαφρά τη καρδία» (Hofer, 2004).

Συνοψίζοντας, και εφόσον (μέχρι τώρα) δεν έχει καταδειχτεί με σαφήνεια η εγκυρότητα των tarot ως ικανού εργαλείου πρόβλεψης, οι πελάτες δεν θα πρέπει «επενδύουν» (αποκλειστικά) σε ενδεχόμενες κινδυνολογίες ή λοιπές αμφίβολες προβλέψεις.

Τέλος, μια άλλη σημαντική και συχνά παραβλεφθείσα παράμετρος, αφορά στη χρήση των tarot σε ένα ατομικό πλαίσιο ενόρασης και ανάπτυξης της δημιουργικότητας, χωρίς τη συμβολή κάποιου επαγγελματία. Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί μελετητές συγκλίνουν ως προς την άποψη πως η πρωταρχική και ουσιαστική αξία των tarot συνίσταται στην εξιχνίαση κινήτρων, μοτίβων συμπεριφοράς και ευκαιριών ατομικής ανάπτυξης, και όχι στη χρήση τους ως μέσου «μελλοντο-γνωσίας» (Hofer, 2004∙ Ivtzan). Υπό την έννοια αυτή, ανεκδοτολογικά στοιχεία υποδεικνύουν πως μια τέτοια συμβολική και ψυχολογική χρήση της τράπουλας μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά ως προς την ατομική ανάπτυξη και αυτογνωσία.



Μια αρχαία χαρτομαντεία

H χαρτομαντεία αποτελεί σήμερα μία από τις συνηθέστερες πρακτικές διαλογισμού, ανάπτυξης της ενόρασης και της δημιουργικότητας και –κυρίως- μαντείας και μελλοντολογίας (Ivtzan∙ Reese, 2010). Στο πλαίσιο αυτό, η χρήση των καρτών tarot, φαίνεται να αποτελεί την πλέον συνήθη σχετική μέθοδο, με τις διαφορετικές εκδοχές της τράπουλας να φτάνουν σήμερα αισίως τις 400 (Ivtzan).

Στην πράξη, ο γαλλικός όρος «tarot», προέρχεται, πιθανώς, από την ιταλική λέξη «taroochi», που σηματοδοτεί τον πάκο με τις σχετικές κάρτες πρόβλεψης και μαντείας, εντούτοις η προέλευση των καρτών αυτών παραμένει μέχρι και σήμερα ένα φλέγον ζήτημα έντονης διαμάχης, με την Αίγυπτο να διεκδικεί την πρωτιά (Ivtzan), και τις Κίνα, Περσία και Ευρώπη να αποτελούν ισχυρές εναλλακτικές (Hofer, 2004).

Οπως και να έχει, οι περισσότεροι μελετητές συγκλίνουν τελικώς ως προς τα ακόλουθα: Οι πρώτες σαφείς αναφορές στην τράπουλα tarot ανάγονται στην Ευρώπη, ενώ η αρχαιότερη διασωσμένη τράπουλα εικονογραφήθηκε το 1392 για το Γάλλο βασιλιά Charles VI από το ζωγράφο Jacquemin Gringonneurm (Hofer, 2004), κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η σχετική θεματολογία να περιστρέφεται γύρω από μεσαιωνικά κοινωνικά, ταξικά και πνευματικά πρότυπα (Hofer, 2004). Στο ίδιο πλαίσιο, οι κάρτες tarot ενδέχεται να αποτελούν πρόγονο της συμβατικής τράπουλας παιγνίων, ενώ οι ίδιες οι κάρτες tarot ενδέχεται να χρησιμοποιούνταν αρχικά για καθαρά ψυχαγωγικούς σκοπούς (Hofer, 2004).

Προχωρώντας, παρά τις σχετικές διαφοροποιήσεις που ποικίλουν ανά τον κόσμο και τις εποχές, όλες οι κάρτες tarot φαίνεται πως ακολουθούν την ίδια δομή: 78 συνολικά, με 22 από αυτές να διαμορφώνουν τη μεγάλη αρκάνα και 56 τη μικρή (Hofer, 2004). Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνουμε πως ο λατινικός όρος «Arcanum» σημαίνει «μυστήρια», κατά συνέπεια η τράπουλα φαίνεται να αποτελεί μια αρχετυπική/συμβολική έκφραση των μεγάλων και μικρών μυστηρίων της ζωής, όπως είναι ο έρωτας, οι ηλικιακές μεταβάσεις, ο θάνατος και η πνευματικότητα (Hofer, 2004∙ Ivtzan).




ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Tο gaidouri.com δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο...Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του...
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε...
Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το gaidouri.com ουδεμία νομική ή άλλη ευθύνη φέρει...