ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ! Όλη η αλήθεια για τα ελληνικά πετρέλαια !

Πολύς ο λόγος τελευταία για την ύπαρξη ή όχι κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο. Η φιλολογία σχετικά με τα κοιτάσματα είναι ένα θέμα που απασχολεί για περισσότερα από 30 χρόνια σχεδόν όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις με... διαφορετική προσέγγιση και δηλώσεις κάθε φορά. 


Η πρώτη φορά που δόθηκε επίσημα άδεια για «έρευνα, εξόρυξη και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων του ελληνικού υπεδάφους» ήταν σε μια εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων το 1938, με την ονομασία W. G. Helis του Ελληνοαμερικανού Βασίλειου Χέλη, και αφορούσε την περιοχή του Κατάκολου της Ηλείας.

 Η συμφωνία παραχώρησης επέτρεπε στον Χέλη να προχωρήσει σε έρευνες και εκμετάλλευση «εν τω εδάφει του ελληνικού κράτους υδρογονανθράκων παντός είδους και ορυκτού μαγειρικού άλατος» όπως περιγράφεται στο σχετικό ΦΕΚ. Για άγνωστους μέχρι στιγμής λόγους οι έρευνες αυτές δεν προχώρησαν και διακόπηκαν λίγο μετά. Στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας η ελληνική κυβέρνηση έδωσε μερικές άδειες, φυσικά πάντα σε εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων, για τις περιοχές της Βορειοδυτικής και Βορειοανατολικής Πελοποννήσου, τη Λεκάνη της Θεσσαλονίκης και τον Κόλπο του Αγίου Όρους. 

Μάλιστα πρόσφατα ήρθαν στην επιφάνεια και τα σχετικά Φύλλα της Εφημερίδας της Κυβέρνησης-ΦΕΚ, όπου αποδεικνύεται ότι όχι μόνο είχαν γίνει οι σχετικές προπαρασκευαστικές έρευνες, αλλά η ύπαρξη και δυνατότητα εξόρυξης πετρελαίου ήταν μια βεβαιότητα από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ακολούθησαν αρκετές περιπτώσεις που δόθηκαν άδειες ερευνών και εξόρυξης που στην συντριπτική τους πλειοψηφία διεκόπησαν χωρίς ποτέ να μάθουμε για ποιους λόγους έγινε αυτό. Πάντως στις κατά καιρούς οχλήσεις των ελληνικών κυβερνήσεων περί ύπαρξης ή μη πετρελαίου η συνηθισμένη αντίδραση των υπουργών περιβάλλοντος ήταν πως οι ερωτώντες ήταν «δονκιχώτες» και γραφικοί. 

Δεν ήταν όμως γραφικοί και οι Αμερικανοί, οι οποίοι, μετά από μια προσεκτική ματιά στον κατάλογο των αιτήσεων για έρευνες πετρελαίου στην Ελλάδα, διαπιστώνουμε πως γνώριζαν από πολύ νωρίς την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην Ελλάδα και για το λόγο αυτό μάλιστα επίσημα στη δικτατορία προχώρησαν σε συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση και έλαβαν τις σχετικές άδειες (ΦΕΚ 98 και 99 του 1973) για τις περιοχές της Βορειοανατολικής και Βορειοδυτικής Πελοποννήσου, της Λεκάνης της Θεσσαλονίκης και του Κόλπου του Αγίου Όρους, επιθυμώντας με τις συμφωνίες αυτές να εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους τον έλεγχο του ελληνικού ορυκτού πλούτου. 

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί πάντως διαβάζοντας τα δύο ΦΕΚ που παραχωρούν το δικαίωμα ερευνών και εκμετάλλευσης είναι πως σκοπός της ελληνικής κυβέρνησης από αυτή τη συμφωνία αναφέρεται ξεκάθαρα πως είναι ο εφοδιασμός της ελληνικής αγοράς με ελληνικούς υδρογονάνθρακες για την κάλυψη των αναγκών της χώρας και εκ τούτου η απαλλαγή της εθνικής οικονομίας από την ανάγκη να εισάγει υδρογονάνθρακες χρησιμοποιώντας πολύτιμο για την εποχή συνάλλαγμα. Ουσιαστικά ο σκοπός αλλά και το όραμα της τότε ελληνικής ηγεσίας ήταν να καταστήσει μέσω αυτών την Ελλάδα δυνατή και αυτάρκη στον τομέα της ενέργειας.

Λίγο πριν την πτώση της χούντας στην Ελλάδα στις 8 Μαΐου του 1973, δημοσιεύεται στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με αριθμό 98 η συμφωνία παραχώρησης δικαιωμάτων έρευνας αλλά και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στην περιοχή της Βορειοανατολικής και Βορειοδυτικής Πελοποννήσου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της αμερικανικών συμφερόντων εταιρείας AN-CAR OIL CORPORATION, η οποία αποκτούσε τα αποκλειστικά δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στις χερσαίες αλλά και θαλάσσιες περιοχές της Αργολίδας, της Κορινθίας, της Αχαΐας, της Ηλείας και της Μεσσηνίας.

 Την ίδια ημερομηνία, 8 Μαΐου 1973, πάλι στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με αριθμό 99 βρίσκουμε και την επικύρωση της συμφωνίας για την χερσαία και θαλάσσια περιοχή της Λεκάνης Θεσσαλονίκης και του Σιγγιτικού Κόλπου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της επίσης αμερικανικής εταιρείας Anschutz Overseas Corporation of Greece. Και οι δύο συμφωνίες που υπογράφτηκαν είναι ακριβώς οι ίδιες ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταιρειών. αυτές, είναι ξεκάθαρο πως σε τυχόν ανακάλυψη πετρελαίου ή φυσικού αερίου θα έπαιρναν και την πολυπόθητη «άδεια παραχώρησης προς εκμετάλλευση», για είκοσι οχτώ χρόνια, με δικαίωμα παράτασης για δέκα ακόμη χρόνια. 

Με τη λήξη της συμφωνίας αυτής μετά από 28 ή 38 χρόνια, οι πετρελαιοπηγές θα περνούσαν στην κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς καμία αποζημίωση από μέρους του ελληνικού κράτους. Όσον αφορά τη διάθεση του παραγόμενου πετρελαίου ή φυσικού αερίου, στη συμφωνία προβλεπόταν πως οι δύο εταιρείες είχαν υποχρέωση πρώτα να τροφοδοτήσουν την ελληνική αγορά, καταβάλλοντάς της συγχρόνως και ένα ποσοστό 15% επί της συνολικής ποσότητας των παραγόμενων υδρογονανθράκων (αργό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και φυσική βενζίνη) σε δραχμές. Κατόπιν αυτής της συμβατικής υποχρέωσης οι εταιρείες ήταν ελεύθερες να εξάγουν χωρίς άδεια, χωρίς περιορισμούς και με τους όρους που οι ίδιες θα έθεταν για τις υπόλοιπες ποσότητες. 

Οι δύο συμβάσεις του Μαΐου του 1973 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των δύο αμερικανικών εταιρειών δεν ίσχυσαν ποτέ, καθώς η εξέγερση του Πολυτεχνείου, η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα και η έναρξη της Μεταπολίτευσης οδήγησαν στην αυτόματη λύση των δύο συμφωνιών.

Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, έχοντας φυσικά πληροφορηθεί για τις συμβάσεις αυτές και τις πιθανές δυνατότητες ύπαρξης πλούσιων κοιτασμάτων, εκτίμησε ότι η πετρελαϊκή κρίση του 1973, η οποία είχε οδηγήσει σε ένα ξέφρενο ράλι τιμών του αργού πετρέλαιου, ανεβάζοντας τις τιμές από 3 δολάρια το βαρέλι στα 14, ήταν μια πολύ σοβαρή και πολλά υποσχόμενη ευκαιρία για την προσέλκυση νέων επενδυτών στο Αιγαίο. 

Οι μελέτες που είχε στα χέρια του σαν διαπραγματευτικό χαρτί για την ένταξη της Ελλάδος στην τότε ΕΟΚ οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι στο Βόρειο Αιγαίο, αλλά και στο Νότιο, κρύβονταν στα σπλάχνα τους ίσως το μεγαλύτερο κοίτασμα πετρελαίου παγκοσμίως. Όταν κάποιες πετρελαϊκές εταιρείες, κυρίως γαλλικές, έδειξαν ενδιαφέρον για το Αιγαίο, τότε ξέσπασε και η κρίση με την Τουρκία και άρχισαν οι αμφισβητήσεις της υφαλοκρηπίδας από τη γειτονική χώρα που έστελνε το μήνυμά της με το ερευνητικό σκάφος «Χόρα» στο Β.Α. Αιγαίο, για μια θάλασσα που δεν ανήκε αποκλειστικά και μόνο στους Έλληνες.

Το «Χόρα» βγήκε στο Αιγαίο και προσπάθησε να πραγματοποιήσει έρευνες εκτός των 6 μιλίων των θαλασσίων συνόρων μας, αλλά εντός της Ελληνικής Υφαλοκρηπίδας, σε μια περιοχή που οι Τούρκοι παγίως αμφισβητούν την ελληνικότητά της. Ο Α. Παπανδρέου την εποχή εκείνη βρισκόταν στη Θράκη και προ της αναμενόμενης κρίσης είπε εκείνο το ιστορικό «βυθίστε το Χόρα», γνωρίζοντας πολύ καλά πως η Τουρκία ήταν σε πιο αδύναμη θέση από την Ελλάδα σε στρατιωτικό επίπεδο την εποχή εκείνη, εφόσον η Ελλάδα είχε ένα μεγάλο προβάδισμα στις αεροπορικές επιχειρήσεις. Τελικά το «Χόρα» επέστρεψε άπραγο στη βάση του, αφού μετά το…τελεσίγραφο του Παπανδρέου, η οποιαδήποτε κίνηση των Τούρκων θα σήμαινε και μια στρατιωτική εμπλοκή μεταξύ των δύο χωρών, από την οποία μάλλον οι Τούρκοι θα έβγαιναν χαμένοι.

Οι όλες κινήσεις και διενέξεις μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος στην περιοχή, με λάφυρο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που κρύβεται στα σωθικά της γης, έχουν να κάνουν με το πάγιο πρόβλημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Ουσιαστικά, η Τουρκία διεκδικεί δικά της δικαιώματα υφαλοκρηπίδας δυτικά των ελληνικών νήσων του Ανατολικού Αιγαίου και κατά συνέπεια τον εγκλωβισμό τους σε μία σφαίρα τουρκικής δικαιοδοσίας. Αυτή η διένεξη για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου χρονολογείται από το Νοέμβριο 1973, όταν δημοσιεύθηκαν στην Τουρκική Εφημερίδα της Κυβέρνησης κάποιες άδειες παραχώρησης στην κρατική τουρκική εταιρεία πετρελαίων για τη διεξαγωγή ερευνών σε υποθαλάσσιες περιοχές πλησίον ελληνικών νήσων.

 Το επόμενο έτος το 1974, η Τουρκία επέκτεινε τις ήδη εκχωρηθείσες περιοχές και προχώρησε σε έρευνες με τα τουρκικά ωκεανογραφικά σκάφη (Τσανταρλί και Χόρα). Το πρόβλημα ήταν υπαρκτό και η Ελλάδα για να το αντιμετωπίσει προέκρινε πως ο καλύτερος τρόπος ήταν να διεξαχθούν συνομιλίες μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, στη Βέρνη. Στις 11/11/1976 οι δυο χώρες προχώρησαν στην υπογραφή ενός Πρακτικού, το οποίο έθετε το πλαίσιο συμπεριφοράς των δύο χωρών και τις επιτρεπόμενες ενέργειες στις οποίες θα μπορούσαν να προχωρήσουν έως ότου υποβληθεί στο Διεθνές Δικαστήριο το θέμα για επίλυση. 

Βεβαίως, όπως συνήθως συμβαίνει με τις διεθνείς συμφωνίες, όταν μία χώρα δεν ολοκληρώνει το σκοπό της συμφωνίας, εν προκειμένω η Τουρκία, η οποία αρνήθηκε να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο, το Πρακτικό της Βέρνης έπαυσε να ισχύει. Η εκκρεμότητα όμως συνεχίστηκε μέχρι και το Μάρτιο του 1987, οπότε μια νέα κρίση που ξέσπασε ανάμεσα στις δύο χώρες έφθασε στα όρια της σύγκρουσης, όταν το τουρκικό πλοίο Σισμίκ-1, που το συνόδευαν τουρκικά πολεμικά, βγήκε και πάλι στο Αιγαίο, για να πραγματοποιήσει έρευνες έξω από την αιγιαλίτιδα ζώνη ελληνικών νήσων.

 Η κρίση τότε εκτονώθηκε με την ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ των δύο πρωθυπουργών, Ελλάδος και Τουρκίας, αλλά όλοι διαπίστωναν πως το θέμα παρέμενε για χρόνια ανοιχτό με επικίνδυνες συνέπειες, οπότε και η Ελλάδα έπρεπε να επαναδιατυπώσει τις πάγιες θέσεις της για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, θέσεις στις οποίες παραμένει μέχρι σήμερα τουλάχιστον σταθερή. Όπως σαφώς προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο και τη σχετική νομολογία (Σύμβαση της Γενεύης 1958, Σύμβαση 1982 Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας, Απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας 1969) τα ελληνικά νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα υφαλοκρηπίδας, γεγονός το οποίο δεν αποδέχεται η τουρκική πλευρά, η οποία επικαλείται την αρχή της ευθυδικίας (equity), χωρίς όμως να μπορεί να τη στηρίξει σε ασφαλή κριτήρια.

 Σύμφωνα πάντα με την ισχύουσα διεθνή πρακτική, ακόμη και αυτή η μεγάλη εγγύτητα ορισμένων ελληνικών νήσων στα τουρκικά παράλια που επικαλείται η τουρκική πλευρά, αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση σε ένα κανόνα της μέσης γραμμής που ισχύει και σε καμία περίπτωση δε θέτει σε αμφιβολία την εφαρμογή του διεθνούς συμβατικού και εθιμικού κανόνα, ότι τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα.

Βέβαια κανένα πρόβλημα δεν θα υπήρχε μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας στην εφαρμογή αυτή του Διεθνούς Δικαίου, αν δεν υπήρχε η βεβαιότητα πως η θάλασσα που χωρίζει τα δύο κράτη δεν κρύβει στα σπλάχνα της το μεγάλο θησαυρό του πετρελαίου. Πριν το 1974 είχε λεχθεί δημόσια από πολλούς Αμερικανούς αξιωματούχους ότι στο Αιγαίο δεν υπάρχει πετρέλαιο και μάλιστα πολλοί θυμούνται τη ρήση εκείνη του Αμερικανού αντιπροέδρου Σπύρου Άγκνιου, ο οποίος είχε δηλώσει χαρακτηριστικά πως «όποιος βρει έστω ένα ποτήρι πετρέλαιο στο Αιγαίο να μου το φέρει να το πιω». 

Στοχευμένα και με σχέδιο για πολλά χρόνια η Αμερική, μέσω δηλώσεων και μέσω κάποιων γραφίδων, προωθούσε την άποψη πως όλες οι έρευνες για την αναζήτηση κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο είχαν αποβεί άκαρπες. Την ίδια τακτική ακολουθούσε και η Μ. Βρετανία για την Κύπρο, σε σημείο μάλιστα ο ύπατος αρμοστής Έντουαρντ Κλέι στις 23 Απριλίου του 2001, αναφορικά με την ύπαρξη κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Κύπρο, να δηλώσει ότι «στην Κύπρο υπάρχει τόσο πετρέλαιο όσο φιστικοβούτυρο κάτω από το Μάντσεστερ».

Όμως, σύμφωνα με δημοσιεύματα του κυπριακού τύπου, νοτιοανατολικά του νησιού, προς την πλευρά της Αιγύπτου, ανακαλύφθηκαν μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου. Και το παράξενο είναι πως την ίδια ακριβώς εποχή η αγγλική εταιρία Spectrum, που ειδικεύεται στις χαρτογραφήσεις βυθών, έσπευσε να προσφέρει τη βοήθειά της στους Κυπρίους για την εξακρίβωση ή όχι των κοιτασμάτων.

Όσο για την Ελλάδα, είναι εδώ και πολλά χρόνια γνωστό πως υπάρχουν κοιτάσματα ακόμη πλουσιότερα από αυτά της Κύπρου, η αξιοποίηση των οποίων θα μπορούσε να αναβαθμίσει σημαντικά την οικονομική και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.

Εδώ αξίζει να παραθέσουμε μερικές γραμμές του οικονομικού συντάκτη κ. Κωνσταντίνου Κόλμερ από το βιβλίο του «Τα πετρέλαια της Ελλάδος» (Εκδόσεις "Λιβάνη", 2006) όπου γράφει «...Το πετρέλαιο που υπάρχει στην Ελλάδα το είχαν επισημάνει οι Γερμανοί γεωλόγοι της Βέρμαχτ, κατά την διάρκεια της Κατοχής, όταν ερευνούσαν όλο τον ορυκτό πλούτο της χώρας. Ως διά μαγείας τα σχετικά πορίσματα βρέθηκαν το 1973 στα χέρια της γερμανικής εταιρείας «Βίντερσχαλ», η οποία, προκειμένου να μην εμφανισθεί η ίδια, προτίμησε να συνεταιρισθεί με την καναδική «Ωσεάνικ». 

Όπως αποκαλύπτει ο συγγραφεύς, εκτός των 120 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου και των 850 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου που απέδωσαν μέχρι σήμερα οι «Πρίνος Ι» και «ΙΙ», κοιτάσματα υδρογονανθράκων έχουν εντοπισθεί στον Θερμαϊκό Κόλπο, στο Θρακικό Πέλαγος, στα νότια της Κρήτης και στην Δυτική Ελλάδα (Κατάκολο, Κυλλήνη, Ζάκυνθος, Παξοί, Αιτωλικό, Δελβινάκι, Μποτσάρα, Φιλιατρά)».

Δεν είναι τυχαίο πως στις 4/9/2005 επισκέφθηκε τον υπουργό Ανάπτυξης στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή Δημήτρη Σιούφα και τον υφυπουργό Οικονομίας Πέτρο Δούκα ένας από τους ισχυρότερους άνδρες στον πετρελαϊκό χώρο, ο πρόεδρος του εμπορικού τμήματος της Royal Dutch-Shell δρ. Ρομπ Ρουντς. Σ' αυτή τη συνάντηση ο κ. Ρομπ Ρουντς παρουσιάζει στους δύο Έλληνες υπουργούς λεπτομερείς γεωπολιτικούς χάρτες, οι οποίοι δείχνουν πως η Ελλάδα έχει μεγάλες πιθανότητες για να βρει πετρέλαιο στο έδαφός της.

Από τότε με απόλυτη μυστικότητα αρχίζει μία μεθόδευση από το οικονομικό και το διπλωματικό επιτελείο της ελληνικής κυβέρνησης για να υπάρξει αποτέλεσμα τουλάχιστον στην έρευνα, σε πρώτη φάση, στις περιοχές του βορειοανατολικού Αιγαίου, περιοχές όμως που αποτελούν κόκκινο πανί και τις οποίες αμφισβητεί η Τουρκία. Μάλιστα τότε, σε διάφορα δημοσιεύματα που είχαν γραφτεί, ένα ανώτατο στέλεχος του υπουργείου Οικονομίας είχε δηλώσει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα Οικονομία πως «πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, αφού δεν επιθυμούμε να ανακινηθούν προβλήματα διπλωματικής υφής με την Τουρκία. Εφόσον η κυβέρνηση λάβει την οριστική απόφαση να προχωρήσει ένας διεθνής διαγωνισμός, τότε ίσως να εξαιρεθούν οι περιοχές του Αιγαίου».

Στις 10 Απριλίου του 2008, ο διάδοχος του κ. Σιούφα, ο υπουργός Ανάπτυξης, κ. Χρήστος Φώλιας, υπογράφει την παράταση των αδειών εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων πετρελαίου της περιοχής Πρίνου και Νότιας Καβάλας. Η εξέλιξη αυτή δίνει ένα επιπλέον κίνητρο για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων στην περιοχή του Πρίνου και ήταν αναγκαία, με δεδομένο το μέγεθος αλλά και το ύψος των επενδύσεων που έχουν γίνει στην περιοχή. Σχολιάζοντας την απόφαση αυτή του υπουργού, ο κ. Μαθιός Ρήγας,

Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της «Ενεργειακής Αιγαίου» τόνισε: «Η παράταση των αδειών εκμετάλλευσης στον Πρίνο και τη Νότια Καβάλα ενισχύει την πεποίθησή μας ότι προχωράμε σ΄ ένα επιχειρηματικά τεκμηριωμένο έργο που αφορά στην αξιοποίηση του εθνικού μας πλούτου και έχει ιδιαίτερη σημασία για την τοπική κοινωνία της Καβάλας.

Η βιώσιμη ανάπτυξη της επιχείρησης, η διασφάλιση ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος και η μέγιστη αξιοποίηση της επενδυτικής ευκαιρίας θα συνεχίσουν να είναι αδιαπραγμάτευτοι στόχοι μας.».

Ο δε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Καβάλα Oil A.E. κ. Ευάγγελος Παππάς, αναφερόμενος στην παράταση των αδειών εκμετάλλευσης δήλωσε: «Η Καβάλα Oil προσέβλεπε με αισιοδοξία στην παράταση της αδειοδότησης σε Πρίνο και Νότια Καβάλα, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει με την ίδια επιμονή και προσπάθεια το έργο της. Η θετική αυτή εξέλιξη μας γεμίζει «ενέργεια» προκειμένου να εργαστούμε όχι απλά για να διατηρήσουμε όσα έχουμε επιτύχει ως σήμερα, αλλά κυρίως για να βελτιώσουμε τις προοπτικές της επιχείρησης και των εργαζομένων της»

Για να κατανοήσει κάποιος καλύτερα το μέγεθος των κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο, αρκεί να παραθέσουμε εδώ ενδεικτικά κάποια στοιχεία από έρευνες που έχουν γίνει στο παρελθόν και αφορούν τα κοιτάσματα αυτά, κάνοντας κάποιες πρώτες εκτιμήσεις για την απόδοσή τους:

1. Κοίτασμα της θέσης Μπάμπουρας: Περιεκτικότητα 1 με 1,1 δις βαρέλια.

α. (1α) Κοίτασμα «Δομή EAST Θάσου» ανατολικά της Θάσου. Περιεκτικότητα

250.000.000 βαρέλια χαμηλού ειδικού βάρους και 380.000.000 βαρέλια υψηλού ειδικού βάρους.

Επίσης 1,5 cm3 φυσικού αερίου. Βάθος μέχρι 4.300 πόδια. Εκμετάλλευση NAPC

– Κοινοπραξία βορείου Αιγαίου. Στη ίδια περίπου θέση βρίσκεται το κοίτασμα «Βόρειος

Πρίνος – Νέα Πέραμος

– Άθως». Περιεκτικότητα 400 εκ. βαρέλια, ποιότητας χαμηλού

ειδικού βάρους.

β. (1β) Κοιτάσματα Επανομής-Σιθωνίας και Θερμαϊκού (80 εκατ. βαρέλια).

2. 2 και 2α Πετρελαιοφόρος ορίζοντας Β.Α. Αιγαίου. Στην περιοχή αυτή έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον αμερικανικές εταιρίες και έχουν κινήσει παλαιότερα και το ενδιαφέρον του πρεσβύτερου Μπους (πρ. Πρόεδρος ΗΠΑ), ο οποίος την επισκέφθηκε μάλιστα δύο φορές.

Και στα 3 κοιτάσματα υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 320.000.000 βαρέλια

3. Κοίτασμα Ικαρίας – 120.000.000 βαρέλια.

4. Κοιτάσματα Κρήτης που ξεπερνούν το 1 δις βαρέλια. Ένα από αυτά βρίσκεται

πολύ κοντά στη Γαύδο.

5. Κοίτασμα Δωδεκανήσου κοντά στο Καστελόριζο, 150.000.000 βαρέλια.

6. Κοίτασμα Κυκλάδων και Σκοπέλου (100 εκατ. βαρέλια) και ( 60 εκατ. βαρέλια).

Βόρεια και Νότια της Λέσβου. υπάρχουν άλλα δύο κοιτάσματα που το 90% του πετρελαιοφόρου ορίζοντα βρίσκεται εντός της τουρκικής επικράτειας.

Για την ιστορία, να σημειώσουμε πως, αναφορικά με τις γεωτρήσεις στο Αιγαίο μέχρι το 1999, είχαν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα 172 γεωτρήσεις και από αυτές μόνο οι 12 αφορούσαν το Αιγαίο. Η πρώτη φορά που πραγματοποιήθηκε γεώτρηση στο Νότιο Αιγαίο ήταν κατά στην περίοδο 1963-1965, όταν η εταιρία SAFOR πραγματοποίησε στη Ρόδο δυο χερσαίες γεωτρήσεις που απέβησαν άγονες. Η άλλη εταιρία που πραγματοποίησε έρευνες στο Νότιο Αιγαίο ήταν η OCEANIC, όπως έχουμε προαναφέρει εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων. Κατά την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας ξεκίνησαν στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Θάσου και Καβάλας τα πρώτα κοιτάσματα πετρελαίου.

Στις 14 Ιουνίου του 2000 βρίσκονται δύο επιπλέον κοιτάσματα στον Πρίνο σε βάθος 2.900 μέτρων, 4 μίλια ανοιχτά του Κόλπου Περάμου της Καβάλας. Σε αντίθεση με το παλιό κοίτασμα που είχε 60% περιεκτικότητα σε θειάφι, τα νέα αυτά κοιτάσματα είχαν ποσοστό 7% επιβεβαιώνοντας πως ολόκληρη η γύρω περιοχή αποτελεί μια περιοχή ύψιστης σημασίας πλούσια σε πετρέλαια. Μετά από τις εξελίξεις αυτές τα Ελληνικά Πετρέλαια (ΕΛΠΕ) στις 8 Οκτωβρίου του 2000 ανακοινώνουν μεγάλες επενδύσεις στην έρευνα νέων κοιτασμάτων, καθώς και τη συμμετοχή σε άλλες πετρελαϊκές έρευνες στο εξωτερικό.

Το 2001 οι Τούρκοι ξανακάνουν πάλι αισθητή την παρουσία τους, ανακοινώνοντας την κάθοδο στο Ν. Αιγαίο του «Πίρι Ρέις» λίγο πριν την συνάντηση Παπανδρέου Τζεμ. Είναι ακριβώς η εποχή που στον ορίζοντα φαίνεται πως βαδίζει σε αίσιο τέλος η συνεργασία των ρωσικών εταιριών Yokos και Lucoil-Petrola, οι οποίες θα έμπαιναν στο παιχνίδι σαν στρατηγικοί επενδυτές σε έρευνες στο Νότιο Αιγαίο, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, καθιστώντας τη Ρωσία σαν τον αποκλειστικό προμηθευτή φυσικού αερίου της Ελλάδας μέσω του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης.

Η συνάντηση μεταξύ των Γ. Παπανδρέου και Ι. Τζεμ έγινε, και μετά από αυτή ανακοινώθηκε πως το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Πίρι Ρέις» δεν θα πραγματοποιήσει έρευνες σε Ρόδο, Κάρπαθο και Καστελόριζο, όπου η ελληνική υφαλοκρηπίδα δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί!!! Αντί αυτού οι Τούρκοι προτίμησαν στις 19 Ιανουαρίου του 2002 να ξαναβγάλουν το «Πίρι Ρέις» από τη Σμύρνη, το οποίο ανενόχλητο για πάνω από 15 μέρες διεξήγαγε έρευνες για το… πλαγκτόν πότε στον Κόλπο του Ξηρού και πότε Ν. Ανατολικά της Θάσου.


Άρθρο του Κυριάκου Βελόπουλου





ΠΗΓΗ